(διηγημα βασισμένο σε μια ιδέα που μου έδωσε ο φίλος Γιάννης Π.)

—————-

-         Δε θα πεθάνεις βρε παλιόγερε? Θα δεις τι θα πάθουν τότε τα βιβλία σου….

Η φράση αυτή στο μικρό τριάρι της Πατησίων ακουγόταν 5-6 φορές την ημέρα, Κυριακών & αργιών συμπεριλαμβανομένων.

—————

Ο Βασίλης και ο Γιώργος Λ., αδέλφια αγαπημένα με καταγωγή από την Πελοπόννησο, πέρασαν σχεδόν όλη τους την ζωή σερβίροντας γιαούρτια και ρυζόγαλα στο μικρό γαλακτοπωλείο της πλατείας Αμερικής. Ξεκίνησαν κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 νοικιάζοντας το μικρό γωνιακό μαγαζάκι, για να καταφέρουν μετά από τριάντα χρόνια σκληρής δουλειάς να το αγοράσουν – όπως και τα δύο τριάρια του πρώτου ορόφου της παλιάς, προπολεμικής πολυκατοικίας.

Η μόνη διαφορά στην ζωή των δύο αδελφών ήταν η οικογενειακή τους κατάσταση: γεροντοπαλίκαρο φανατικό ο Βασίλης, με γυναίκα και δυο κόρες ο Γιώργος. Οχι δηλαδή ότι κι αυτός είδε κανένα χαίρι από την επιλογή του αυτή…

Ένα χειμωνιάτικο πρωινό, λίγες μέρες πριν το τέλος του εικοστού αιώνα, ο Γιώργος, δεν ξύπνησε. Ανακοπή. Παρ’ όλο που ήταν από χρόνια συνταξιούχος δεν είχε σταματήσει να εργάζεται.Ο Βασίλης, μόνος πλεόν, δεν άντεξε στην ιδέα της απώλειας και σε τρεις μήνες μέσα έκλεισε το μικρό, παρηκμασμένο πλέον μαγαζάκι. Αποσύρθηκε, φάντασμα άλλης εποχής, στο μικρό τριάρι του που έβλεπε στον ακάλυπτο. Μαζί του ήλθαν πολύ σύντομα να μείνουν και η χήρα του Γιώργου με τις δυο αντιπαθητικές, ανύπαντρες κόρες της.

Τεμπέλες, άσκημες και ακαμάτες βλέπεις μια ζωή, δεν είχαν ποτέ τους μάθει να δουλεύουν. Έτσι, όταν έλειψε το όποιο εισόδημα του γαλακτοπωλείου, η πενιχρή σύνταξη του μακαρίτη και το μισό ενοίκιο του μικρού μαγαζιού δεν ήταν αρκετά για να τις συντηρήσουν. Ευτυχώς για αυτές, την λύση την έδωσε ο Βασίλης: μόνος όπως ήταν, τους πρότεινε να μείνουν μαζί του, να τον φροντίζουν και αυτός σε αντάλλαγμα  να τους παραχωρήσει το μερίδιο του από το ενοίκιο του μαγαζιού. Σε αυτό θα προστίθετο βέβαια και το ενοίκιο από το διαμέρισμα τους που πλέον θα μπορούσαν να το νοικιάσουν. Έτσι, μ’ αυτά και μ’ αυτα τα κουτσοκατάφεραν να επιβιώσουν φτωχικά, όλοι μαζί, μέσα στην μιζέρια και στην γκρίνια.

Το μοναδικό πάθος και η μεγάλη συντροφιά του Βασίλη σε όλη του την ζωή, ήταν η συλλογή εντύπων: βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες, τα πάντα. Είχε συσσωρεύσει στο μικρό σπίτι χιλιάδες τόμους και τεύχη τυπωμένου λόγου, κάθε είδους και μορφής: από τα γυμνασιακά του βιβλία μέχρι τις αθλητικές εφημερίδες του προηγούμενου χρόνου, χωρίς εξαίρεση. Εγκυκλοπαίδιες,  λογοτεχνία, βιβλία ιστορικά, περιοδικά, τα πάντα. Δεν τον ενδιέφερε τόσο πολύ να τα διαβάζει, όσο να αισθάνεται την ασφάλεια ότι έχει την γνώση διαθέσιμη δίπλα του ανά πάσα στιγμή: κατάλοιπο ψυχολογικό προφανώς, από τα στερημένα μάθησης παιδικά του χρόνια.

Έτσι, όταν μάνα και κόρες μετακόμισαν στο σπίτι του, βρέθηκαν αναγκασμένες να συμβιώνουν με μία χάρτινη θάλασσα που βέβαια ούτε την χρειάζονταν, ούτε μπορούσαν να την εκτιμήσουν. Μπορούσαν όμως να δείχνουν καθημερινά την κακία τους απέναντι στον συγγενή και  ευεργέτη τους, επαναλαμβάνοντας την γνωστή σε μας φράση:

-         Δε θα πεθάνεις βρε παλιόγερε? Θα δεις τι θα πάθουν τότε τα βιβλία σου….

—————

Στα τέλη του 2009, το παράξενο κουαρτέτο της ιστορίας μας είχε ήδη συμπληρώσει σχεδόν δέκα χρόνια αναγκαστικής συγκατοίκησης. Μίζερης, άρρωστης, κακιασμένης καθημερινής συγκατοίκησης.

Η πρωτοχρονιά του 2010 βρήκε τον Βασίλη να έχει, ως συνήθως, ξυπνήσει πολύ νωρίς, πριν χαράξει. Ήταν πλέον 82 χρονών. Η κάθε επιπλέον ημέρα ζωής του ήταν βάρος. Οι φίλοι του είχαν όλοι πεθάνει και οικογένεια δεν είχε πέρα από την γυναίκα και τις κόρες του αδελφού του. Η όραση του είχε αδυνατίσει πολύ (δεν μπορούσε σχεδόν να διαβάσει) και τα πόδια του δεν τομ βοηθούσαν να ανεβοκατεβαίνει την (έστω μία) σκάλα του παλιού κτιρίου, ώστε να βγαίνει συχνά έξω.

Την απόφαση του την είχε πάρει…..

Η ώρα είχε ήδη πάει εννιά. Καθότανε υπομονετικά στην άκρη του καναπέ και περίμενε να ξυπνήσουν οι τρεις γυναίκες. Ήθελε, για τελευταία ίσως φορά, να δει τα κακιασμένα μάτια τους να τον κοιτάζουν με εκείνο το άγριο μίσος…

Ήθελε να ακούσει για μία τελευταία φορά να τον βρίζουν και να τον απειλούν, αυτόν και τα αγαπημένα του βιβλία. Να το χαρεί. Και μετά, να ανοίξει αθόρυβα την πόρτα και να φύγει. Χωρίς να πει τίποτε. Είχε κάνει αυτός το κουμάντο του….

Πρώτη ξύπνησε η μάνα. Χοντρή και άσχημη, με ξέπλεκα μαλλιά και με την μαλλιαρή κρεατοελιά στο μάγουλο να δεσπόζει, μπήκε στο σαλόνι τυλιγμένη σε μια παλιά σκισμένη ρόμπα.

-         Καλή χρονιά Μαρία, της ευχήθηκε πρώτος ο Βασίλης

-         Βρε δεν πας στον διάολο παλιόγερε πρωί-πρωί…. Καλή χρονιά θα είναι άν αποφασίσεις επιτέλους να τα τινάξεις – πόσα χρόνια θες να ζήσεις, ε? Τι σου φταίμε εμείς, να σε έχουμε όλη μέρα μέσα στα πόδια μας, εσένα και τα κωλοβιβλία σου….

Φυσικά δεν της απάντησε, την άφησε να μπει στην κουζίνα όπου άρχισε να ανακατεύει θυμωμένα φλυτζάνια και μπρίκια. Μέσα του χάρηκε όμως. «Ολα πάνε περίφημα», σκέφτηκε….

Σχεδόν αμέσως ακολούθησαν και οι δυο γεροντοκόρες που μίλησαν με παρόμοιο τρόπο στον γέρο θείο τους. Πόσο χάρηκε ακούγοντας τες…. «Ωραία, τίποτε δεν άλλαξε» σκέφτηκε…

Μόλις βεβαιώθηκε ότι ήταν μόνος στο σαλόνι σηκώθηκε από τον καναπέ και με κόπο ξετρύπωσε μία σακούλα σούπερ-μάρκετ, από το πλάι μιας βιβλιοθήκης. Με αργό βήμα κατευθύνθηκε προς την κουζίνα όπου μάνα και κόρες έπιναν σκυθρωπές τον καφέ τους. Πριν προλάβουν να τον αποπάρουν για μία ακόμη φορά, τους είπε:

-         Να, σας πήρα και μία βασιλόπιτα για το καλό. Κόψτε να φάτε με τον καφέ, να μην τον πίνετε σκέτο. Εγώ πηγαίνω λίγο να κάτσω στο παγκάκι της πλατείας, έχει ήλιο σήμερα… Να ξεπιαστώ λίγο…..

Άφησε την σακούλα επάνω στο τραπέζι, έκανε μεταβολή και χωρίς δεύτερο βλέμμα βγήκε από το δωμάτιο. Η μέρα πράγματι ήτανε ζεστή για Γενάρη μήνα, δεν θα έπαιρνε το παλτό του παρά μόνο σακάκι και καπέλο. Και την ταυτότητα του φυσικά. Δεν θα αργούσε άλλωστε…

—————

Γύρω στις τέσσερις το απόγευμα της ίδιας μέρας, άγνωστοι ειδοποίησαν την αστυνομία ότι ένας ηλικιωμένος είναι πεσμένος δίπλα σε παγκάκι στην πλατεία Αμερικής. Οι νεαροί αστυφύλακες και τα παιδιά του ΕΚΑΒ που έφτασαν γρήγορα πιστοποίησαν τον θάνατο του Βασιλείου Λ., ετών 82, γεννηθέντα στο Αστρος Κυνουρίας και διαμένοντα στην οδό Σπάρτης 2 & 28ης Οκτωβρίου .

Πήγαν στο σπίτι του για να ειδοποιήσουν τους δικούς του αλλά δεν πήραν καμία απάντηση. Έλειπαν και οι γείτονες βλέπεις λόγω της ημέρας. Έφυγαν και επανήλθαν την επομένη, αφού δεν κατάφεραν να βρουν άλλον συγγενή. Οι γείτονες ήταν εκεί και τους ενημέρωσαν ότι ιθα ήταν απίθανο να λείπουν όλοι οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες του σπιτιού. «Ποτέ δεν πάνε πουθενά», είπε με σιγουριά η ενοικιάστρια του μπροστινού διαμερίσματος…

Την πόρτα την άνοιξε τελικά κλειδαράς, παρουσία εισαγγελέα. Οι νεαροί αστυφύλακες μπαίνοντας στην κουζίνα του σπιτιού σχεδόν σκόνταψαν στα στρεβλωμένα και τουμπανιασμένα πτώματα των τριών γυναικών, ξαπλωμένα γύρω από το τραπέζι. Μία μισοφαγωμένη βασιλόπιτα επάνω στο τραπέζι πιθανολογούσε για τα αίτια του ομαδικού θανάτου. Ο ιατροδικαστής επιβεβαίωσε δυο μέρες μετά ότι όντως ο θάνατος τους οφείλονταν σε «ακούσια βρώση» μεγάλης δόσης ποντικοφάρμακου που κάποιος είχε συμπεριλάβει στην βασιλόπιτα. Οι τέσσερις κηδείες, εφ’ όσον κανείς άλλος συγγενής δεν παρουσιάστηκε, έγιναν μετά από πέντε ημέρες στο Τρίτο νεκροταφείο. Το σπίτι σφραγίστηκε μέχρι νεωτέρας.

Ο παλιόγερος πέθανε. Τα βιβλία του όμως, δεν έπαθαν τίποτε…….