Περιφερόμουν χρονια στην μεγάλη έρημο.
Την γεμάτη ανθρώπους, δουλειές, επικοινωνία. Ολα τα ψεύτικα του κόσμου.
Μια μέρα μηχανικά κινούσα το στόμα μου αραδιάζοντας ψευτιές –με φώναξε ένας συντονισμένος. Σιωπηλά.
Τον ακολούθησα. Σε στενό σοκάκι. Στο πλάι της βρώμικης αγοράς. Μια μικρή πόρτα. «Δοκίμασε την»….
————
Μπήκα. Καταπράσινο βουνό με αραιή βλάστηση. Χαμηλό. Προσιτό. Δελεαστικό. Ανέβηκα τον φιδίσιο δρόμο. Μέτρησα τις ανθισμένες κερασιές.
Πίσω από κάθε θάμνο ένας μυστήριος τύπος κτυπούσε με προσήλωση το χώμα. Ολοι με ωραία τρύπια χρωματιστά ρούχα.
Εχτιζαν κάτι που δεν μπορούσα να φανταστώ. Ζήλεψα.
Γύρεψα θάμνο ελεύθερο. «Φτιάξε τον δικό σου» – μου έκλεισε το μάτι το βουνό. Αποδείχθηκε πολύ εύκολο αναμειγνύοντας αέρα με ιδέες με κόκκινο χρώμα.
————
Πέρασε καιρός. Πριν οι θάμνοι ήταν χαμηλοί – ευχαριστιόμουν την όμορφη θέα. Τα χαμόγελα των κοριτσιών με τις διάφανες μπλούζες. Τα ταπεινά βλέμματα των αγοριών. Τα ασύμμετρα κτίσματα.
Μετά οι θάμνοι ψήλωσαν – έβλεπα μόνο τον εαυτό μου. Τα κορίτσια δεν ήταν διάφανες μπλούζες αλλά στριγγές φωνές. Τα αγόρια δεν ήταν ταπεινά βλέμματα αλλά βαρετές ιδέες. Τα κτίσματα ακούγονταν κοινότυπα.
Εγώ δεν ζήλευα πλέον αυτό που μπορούσα να φανταστώ.
Εφυγα. Γύρω είχαν φυτρώσει θάμνοι εκατομμύρια. Το πρώην πράσινο βουνο ήταν νυν απάτητο δάσος. Ασχημο. Γεμάτο ανθρώπους, δουλειές, επικοινωνία. Ολα τα ψεύτικα του κόσμου.
————-
Εκλεισα σφιχτά τα μάτια. Η ανακούφιση με οδήγησε στην παλιά μικρή πόρτα.
Ανάσανα στην μεγάλη έρημο. Εκτοτε γυρεύω μία άλλη μικρή πόρτα….
