Παρασκευή, 9 Απρίλη 1926

Αγαπούσα τα γράμματα, την τέχνη.

Με έπεισαν πως αν με απασχολούσαν ολωσδιόλου, θα ήταν η καταστροφή μου. Αυτή την απαγόρευση την εσυμβόλιζα, τον πρώτο χρόνο των σπουδών μου στο Παρίσι, μ’ ένα πιστόλι γεμάτο, που έβλεπα να με σημαδεύει από το μάρμαρο του τζακιού, κάθε φορά που ξένες σκέψεις μ’ έκαναν να σηκώσω τα μάτια από το βιβλίο των νομικών που μελετούσα.

Οση δουλειά κι αν έκανα για τα γράμματα ήταν το αποτέλεσμα μιας εξουθενωμένης θέλησης. Τώρα καταλαβαίνω πόσο μου στοίχισε αυτή η πάλη με τη θέληση μου.
…………………………………………..
Το μόνο που κατάφερα είναι να γίνω παράλυτος.

Τώρα ξέρω πως τίποτε δεν ενδιαφέρει στο δρόμο όπου μπήκα με τόσο κόπο. Ξέρω πως πραγματικά, σ’ αυτό το δρόμο, οποιαδήποτε πράξη, όσο επιτυχής κι αν είναι, δεν έχει τίποτε να κάνει με το αληθινό μου χρέος.

 

Κηφισιά, 7 Σεπτέμβρη 1926

Γραφω όπως ανοίγει κανείς τις φλέβες του.
Γράφω για να αναβάλω μιάν ομολογία. Κάθε γραφή πρέπει να ήταν για μένα κάτι σαν την αναστολή μιας ποινής.
Κανένας δεν ομολογεί, γιατί δεν μπορεί να το θέλει. Η πιο δυνατή θέληση σταματά στο σύνορο της ουσιαστικής ομολογίας.

Ω, να πεθαίνει κανείς…

Αισθάνομαι άρρωστος, δεν μπορώ να κυβερνήσω την καρδιά μου, την σκέψη μου-μόλις την έκφραση μου. Δεν ξέρω πια τι ν’ αγαπήσω, τι να θαυμάσω.
………………………………………………
Είμαι βαθιά άρρωστος. Δεν είναι μήτε το κορμί, μήτε το πνεύμα. Είναι αυτή η φριχτή ζωή μου.

Συζητώ ψυθιριστά. Με ποιόν? Είμαι βέβαιος πως υπάρχει ένας κάποιος, ή περισσότεροι, και ψυθιρίζω ατελείωτα μαζί τους. Ξεχωρίζω το σύρσιμο από ορισμένα σύμφωνα που προφέρουν.
Τ’ άψυχα πράγματα μπαίνουν με την δική τους βούληση μέσα στην συνειδητή ζωή μου…

 

Τρίτη, 1 Μάρτη 1927

“Δε θέλω να γίνω μήτε δικηγόρος, μήτε συμβολαιογράφος, μήτε μποέμ. Η μόνη κλίση που έχω είναι να θέλω να φτιάξω ποιήματα, υπομονετικά, πεισματάρικα, δουλευοντας μήνες και χρόνους, σαν Κινέζος ή μανιακός χειροτέχνης. Η εξωτερική υποτέλεια θα με πληγώνει σ’ όλη μου τη ζωή, θα με κρατά εντοιχισμένο.”

———————————————————————————————————————

images11.jpgTo 1927 ο Γιώργος Σεφέρης, 27 ετών, πρωτοδιορίστηκε στο διπλωματικό σώμα. Αυτή ήταν και η οριστική υποταγή του σε ένα μέλλον που του επέβαλλαν. Ισως βέβαια να ήταν και η αρχή της μεγάλης έμπνευσης…

Ανθρωπος φύσει ρομαντικός και ονειροπόλος, φυλάκισε την ζωή του στην “τέχνη του εφικτού”. Οποία αντίθεση. Υπέφερε καθημερινά ο ποιητής, και ο πόνος αυτός βρήκε διέξοδο σε μελαγχολικές, ιδανικά διαλεγμένες λέξεις. Νομίζω ο πιο ανθρώπινος και παρηγορητικός από όλους, ο κατ’ εξοχήν υμνητής της ευάλωτης φύσης μας και των ατελειών μας.

Στον Καβάφη θαυμάζω την αισθητική αρτιότητα, στον Ελύτη την εξώκοσμη αρμονία – τον Σεφέρη όμως τον νιώθω διπλα μου, βουβό συνοδοιπόρο στις μουντές όχθες του Σηκουάνα, να με διαβεβαιώνει με την εκκωφαντική σιωπή του ότι, παρ΄όλο που

“ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια
που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι
και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου”,

 

“λίγο ακόμα
θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν
τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο
τη θάλασσα να κυματίζει”

 

Γιατί η ζωή μας, όσο και να μας βαραίνει, είναι πολύ όμορφη.

 

(για την αγαπημένη Εαρινή Συμφωνία και την ψυχωφελή της πρόσκληση)